Τετάρτη 26 Οκτωβρίου 2016

Το 23ο βήμα

Εικοσιδύο βήματα. Βαριά, συρτά και συνεχόμενα από τον έναν τοίχο στον άλλον. Μια διαδρομή καθημερινή, χωρίς νόημα, χωρίς σκοπό... απλά εικοσιδύο μικρά βήματα που έπρεπε όπως και χθες, όπως και αύριο να γίνουν.
Κάθε μέρα ξυπνούσε χαράματα, έβγαζε τα πόδια έξω από το κρεβάτι και το παγωμένο πάτωμα έστελνε σήματα αφύπνισης στο μυαλό που αρνούνταν κατηγορηματικά να ξαναμπεί στην ίδια διαδικασία όπως χθες και κάθε χθες.
"Να σηκωθείς, να πλυθείς, να ντυθείς και να ξεκινήσεις πάλι τα εικοσιδύο αέναα βήματα σου.
Ούτε ένα λιγότερο ούτε ένα περισσότερο. Από τον τοίχο σου στον άλλο, από το παράθυρο στην πόρτα, από τη τρέλα στη λογική, από το μουντό σου τάφο στο φως της ελευθερίας σου"
Φόρεσε τις κακοπατημένες παντόφλες και έμεινε εκεί ώρα αρκετή κοιτώντας τα ξεθωριασμένα τους σχέδια και τη ραφή που είχε πλέον ξηλωθεί εντελώς αφήνοντας το μικρό δάχτυλο εκτεθειμένο. Πριν μέρες το είχε χτυπήσει στην άκρη του τραπεζιού ενώ έκανε το δέκατο ένατο βήμα. Πόνεσε τόσο που βούρκωσε αλλά δε μπορούσε να σταματήσει ούτε καν για να το τρίψει λίγο... έπρεπε να ολοκληρώσει τα βήματα... 
Εικοσιδύο...
Κάθε βήμα και ένας χρόνος Κάθε χρόνος και ένα βήμα. Από την πόρτα στο παράθυρο, από τη λογική στην τρέλα, από το φως στο μουντό τάφο. Όλη μέρα πήγαινε έλα συνεχώς. Και μόνο το βράδυ σταματούσε και έπεφτε σε έναν ύπνο λήθαργο. Έναν ύπνο δίχως όνειρα, δίχως να αλλάζει πλευρό.
Κάτι κρατούσε το κορμί ακίνητο μέχρι να ξημερώσει και να σηκωθεί ξανά.
Σηκώθηκε πλύθηκε ντύθηκε και κοίταξε τον τοίχο... έπρεπε να πάρει θέση και να μετρήσει το πρώτο βήμα... έπρεπε να κάνει μετά το δεύτερο, το τρίτο... μέχρι το εικοστό δεύτερο που ήταν και το σωστό.... και μετά να κάνει στροφή και να μετρήσει πάλι... ένα, δύο... εικοσιδύο...
Μα σήμερα λαχτάρησε μια γουλιά καφέ... πρώτη φορά στα τόσα βήματα... μια μυρωδιά που ερχόταν από το που; Από το κάπου... ξύπνησε τις αισθήσεις, αναστάτωσε την όσφρηση...
Να γευτεί και μετά να μετρήσει...
Έφτιαξε καφέ, τον είχε χρόνια στο ντουλάπι αλλά μύρισε το σπίτι σα φρεσκοτριμμένος, πήρε ανάσες βαθιές, φούσκωσε τα πνευμόνια και σκέφτηκε τα βήματα που έχασε...
Πήγε και ακούμπησε την πλάτη στον παγωμένο τοίχο και κοιταξε μπροστά.. στο στόμα η γεύση του καφέ είχε προκαλέσει εκρήξεις απιστευτες και είχε ξυπνήσει θύμησες και συναισθήματα που δεν πίστευε ότι ακόμη είχε...
Ένιωσε να βουρκώνει από χαρά αλλά δε θέλησε να το δείξει... άφησε το δάκρυ εκει να αιωρείται και έκανε το πρώτο βήμα... ΈΝΑ....
Και συνέχισε να βηματίζει... ΔΥΟ... ένα τη φορά, αργά συρτά βήματα...
Το δάκρυ έφτασε στα μάγουλα και η καρδιά χτυπούσε τρελά.... ΔΕΚΑ ΟΚΤΩ ...
Πρόσεξε μη χτυπήσει το δάκτυλο στο τραπεζάκι και έριξε το επόμενο βήμα ...ΔΕΚΑ ΕΝΝΕΑ...
ΕΙΚΟΣΙ.... ένας λυγμός συγκλόνισε το στήθος και λύγισε το κορμί... ΕΙΚΟΣΙ ΈΝΑ...
Ένα ακόμη και στροφή... ΕΙΚΟΣΙ ΔΥΟ.... Στάθηκε και κοίταξε την πόρτα... ΕΙΚΟΣΙ ΔΥΟ χρονια την κοιτούσε και μετά στροφή...
Στο στόμα ο καφές είχε μείνει εκεί... σα να μην είχαν περάσει ΕΙΚΟΣΙ ΔΥΟ ολόκλρηα βήματα από τη στιγμή που τον γεύτηκε... ταλαιπωρούσε το μυαλό με αναμνήσεις... το ξυπνούσε απρόσμενα... και ξαφνικά το χέρι απλώθηκε και άνοιξε την πόρτα... και τα βήματα γίναν ΕΙΚΟΣΙ ΤΡΙΑ.... 
και το φώς πλημμύρισε τον κόσμο..

Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2016

Παράθυρο ανοιχτό


Σχετική εικόνα

Κράτησε το παράθυρο ανοιχτό κι ας ήταν μέσα του χειμώνα και το κρύο είχε ήδη αρχίσει να γίνεται ανυπόφορο...
Δικαιολογούσε την κινηση αυτή λέγοντας ότι ήθελε να καπνίσει αλλά το απέφευγε με τα παράθυρα κλειστά για να μη μυρίσει το σπίτι. Καθόταν εκεί, παγώνοντας και φορώντας μόνο την νυχτικία και το λεπτό ζακετάκι που η ίδια κάποτε έπλεξε σε πιο ευτυχισμένες μέρες... τότε που εκείνος τη λάτρευε κι εκείνη τον κοιτούσε στα μάτια...
Γύρισε το κεφάλι και κοίταξε πίσω της. Το σπίτι ήσυχο τόσο που σφίχτηκε η καρδιά της. Άρχισε να παγώνει αλλα δεν έλεγε να κλείσει το παράθυρο. Να μη μυρισει το σπίτι, να μη βήχει το παιδί στην τσιγαρίλα...
Ο αέας θαρρείς και την ξύπναγε... το κρύο της τρυπούσε το κορμί σα χιλιάδες βελόνες που από το πουθενά περνούσαν το ζακετάκι και καρφωνόταν με δύναμη στη σφιγμένη της  καρδιά
Το τσιγάρο τελείωνε αλλά με τη γόπα άναψε το επόμενο... Αρκεί να μη κλείσει το παράθυρο γιατί ήταν μέσα του χειμώνα και η καρδιά της είχε κρύο... 

Τρίτη 11 Οκτωβρίου 2016

Γράμμα στο συρτάρι (09 Οκτωβρίου)

Σε κοιτάζω καθώς κοιμάσαι πάνω στα μουσκεμένα σεντόνια και δε μπορώ να μη δακρύσω...
Αγαπημένη μου... κάθε σου ανάσα γεμίζει τα δικά μου πνευμόνια και κάθε χτύπος της καρδιάς σου, γεμίζει το δικό μου κορμί με ζωή.
Κοιτώ εκείνη τη σταγόνα ιδρώτα που στάθηκε στο λακάκι του λαιμού σου και ζηλεύω το ταξίδι που έκανε πάνω στο δέρμα σου, πεθαίνω από επιθυμία να κάνω την ίδια διαδρομή, να ταξιδέψω πόντο πόντο τα πελάγη της νιότης σου και του κορμιού σου την ασταμάτητη τρικυμία.
Λογικά σκεπτόμενος θα έπρεπε εδώ και ώρα ν ανοίξω την πόρτα και να χαθώ μέσα στης νύχτας το χαλασμό, ν αφήσω πίσω μου κάθετι δικό σου, κάθε σκέψη, κάθε όνειρο για να σωθούμε και οι δυο.
Μα εγώ εδώ, παντοτινός επικριτής των συναισθημάτων, πνίγομαι στα δικά μου και γίνομαι έρμαιο δικό σου. Από κυνηγός θήραμα, από γάτα το ποντικάκι σου που το παγιδεύεις με το νέκταρ των κατακόκκινων χειλιών σου

Ακόμη και τώρα αν μου λέγαν να διαλέξω μεταξύ ζωής μακρυά σου και θάνατου, θα φώναζα πως προτιμώ εσένα κι ας πεθάνω εκεί στην κούρβα του στήθους σου ακούγοντας ως τέλους το χτύπο της λατρεμένης σου καρδιάς.


Πως είναι άραγε ο θάνατος μετά από τόση ευτυχία;

Ο πάντα δικός σου

Σ.Α.

Δευτέρα 3 Οκτωβρίου 2016

Γράμμα στο συρτάρι (03 Οκτωβρίου)

Είναι τόσα αυτά που παλεύουν σαν άγρια θεριά να βγουν προς τα έξω, που η ορμή τους τρομάζει ακόμη και σένα τον ίδιο... Ίσως σε μιαν άλλη εποχή, σε έναν άλλο κόσμο, τα δυο σου μάτια να μπορούσαν να μοιάσουν με λαμπτήρες του δρόμου και να φωτίσουν μονοπάτια ξεχασμένα... Στο σήμερα όμως που ζεις, οι προβολείς των διερχόμενων αναμνήσεων τυφλώνουν και τα μάτια σου τσούζουν από το καυσαέριο των στεναγμών σου...

Ίσως αν μπορούσες να διαγράψεις τις χαρτογραφημένες σου περιοχές να έφτανες σε νέους κόσμους μοναδικούς, που τα πόδια σου τρέμουν όταν τις πατάς και το άγγιγμα σου μερεύει την τρικυμία του είναι σου...

Και τι δε θα έδινα να μ άφηνες να ξορκίσω τη μαναξιά σου σε ένα σεντόνι δάκρυα...
Ο πάντα δικός σου
Σ.Α.

Πέμπτη 11 Αυγούστου 2016

Γράμμα στο συρτάρι (03 Αυγούστου)

Η ζέστη με πνίγει και απόψε... Από τα διάπλατα παράθυρα μπαίνει η βοή της νύχτας πνιγηρή και ανούσια χωρίς να δροσίζει ούτε στο ελάχιστο την κάψα της ψυχής, του μυαλού και του κορμιού.
Σε σκέφτομαι κάπου εκεί έξω, να γυρνάς χωρίς έγνοιες χωρίς προβληματισμούς, φορώντας τη μάσκα της αδιαφορίας και αναρωτιέμαι αν σε αγγίζει τίποτα πια.
Ξαπλώνω στα μουσκεμένα σεντόνια και αναζητώ το σχήμα σου. Κρατάω στα χέρια μου το μαξιλάρι και μυρίζω το άρωμά σου πνιγμένο μετά από τόσο καιρό από της λήθης το μούχρωμα...
Ακόμη είμαι εδώ και περιμένω...
Καρτερικά ουρλιάζοντας μέσα μου γιατί η φωνή μου πνίγεται σε κείνη τη λακούβα του λαιμού σου...
Ποια χέρια άραγε θα σ αγκαλιάσουν αύριο;

Γύρνα έστω κι ας είναι για ένα κλικ του ρολογιου
Ο πάντα δικός σου
Σ.Α.

Κυριακή 7 Αυγούστου 2016

Να ζεις ν αγαπάς και να ονειρεύεσαι...

Εικόνες  σκονισμένες, πεταμένες εδώ και χρόνια σ ένα συρτάρι του κομοδίνου ... παρατημένες θαρρείς  εκεί από ένα χέρι βιαστικό που θέλησε να τις κρύψει ίσως για να μην τις δουν τα δικά σου μάτια...
Μάτια μισόκλειστα από το φως που μπήκε από το παράθυρο που άνοιξες παρατηρούν μια τις φωτογραφίες και μια τη σκόνη που στριφογυρνάει μέσα σ εκείνη τη δειλή αχτίδα του ήλιου...
Δεν έχει πως ούτε γιατί. Μεθυσμένες σκέψεις στριφογυρνάν φτιάχνοντας κοκτέιλ συναισθημάτων σε μια αμφίβολη πραγματικότητα.
Δεν είναι που δεν μπορείς, είναι που δεν τολμάς. Αναμασάς και ονειρεύεσαι, ελπίζεις και αναρωτιέσαι. Χαμένες ζωές, χαμένες θύμισες και εσύ στη μέση να ψάχνεις το νόημα αυτών που πιασμένα από μια κλωστή, αιωρούνται στο κενό μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας.
Δεν είναι που δε σ αγαπώ... είναι που κουράστηκες πια να ζεις, ν αγαπάς και να (με) ονειρεύεσαι...

Σάββατο 6 Αυγούστου 2016

Γράμμα στο συρτάρι (28 Ιουλίου)

Γιατί; Μήπως εγώ δεν πονάω; Δε νιώθω; Δεν αφουγκράζομαι το κλάμα σου όταν προσπαθείς να το πνίξεις μέσα στα γέλια και τα ανόητα αστεία; Είναι το ίδιο γέλιο με το δικό μου. 
Δεν ξέρω κατά πόσο κατάλαβες αυτά που ήθελα να σου πω στο τελευταίο γράμμα μου αλλά να ξέρεις πως κάθε φορά που κολλάω με σάλιο το φάκελο, βάζω μέσα και λίγη από την αισιοδοξία που μου έχει απομείνει.
Μια πνοή μονάχα θαρρώ πως αρκεί... μα αν πάλι δε σου φτάνει πες μου να σου στείλω λίγη ακόμη. Νομίζω μου έχει μείνει ακόμη μερική εκεί πίσω σ εκείνο το ντουλάπι της μοναξιάς...

Για σένα θ αντέξω κι ας πονώ
Ο πάντα δικός σου

Σ. Α.  

ΝΑ ΖΕΙΣ

Αν αυτά που σε πονάν δεν τ απογυμνώσεις, δεν τ' αποσυνθέσεις και δεν τ' αναδομήσεις πάνω σε καινούριες βάσεις και λογική, το πιο π...